Ήταν φθινόπωρο του 1979 όταν είδαμε με φίλους, στον κινηματογράφο ΑΣΤΕΡΙΑ της Δράμας, το φιλμ "Τα Καλύτερά Μας Χρόνια" με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Μπάρμπρα Στρέισαντ. Η προσοχή μας, φυσικά, στράφηκε στους σταρ της ταινίας. Αυτοί μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μας.
Ο τρόπος με τον οποίο έγραφε στην οθόνη το λαμπερό πρόσωπο του Ρέντφορντ τον επέβαλε αμέσως στη συνείδησή μας ως πρότυπο ομορφιάς και στυλ. Ένα στυλ ελκυστικό μεν, ελαφρώς παρωχημένο δε, αφενός κομμάτι ατημέλητο, αφετέρου ατσαλάκωτο, στο σύνολο, τελικώς, ακαταμάχητο.
Οι ταινίες του ήταν πάντα από αυτές που περιμέναμε, ακόμη κι όταν τον αμφισβητήσαμε, θεωρώντας τις επιλογές του εκ του ασφαλούς. Θέλαμε να επιβεβαιώσουμε και να απολαύσουμε μέσα στη σκοτεινή αίθουσα την διάρκεια της λάμψης του αστέρα πρώτου μεγέθους που πάντα ήταν και έμεινε. Δεν είχε ανάγκη να πείσει για την υποκριτική του δεινότητα. Το ταλέντο του αναμφισβήτητο και τα εκφραστικά του μέσα με γενναιοδωρία χάριζαν κάτι από τη δική του λάμψη στους ρόλους που υποδύθηκε.
Πάντα, ομολογώ, τον έβλεπα υπό το πρίσμα αυτής της πρώτης εντύπωσης που σχηματίστηκε μέσα μου, από το φιλμ που συμπρωταγωνιστούσε με την Μπάρμπρα Στρέισαντ, αδιαφορώντας, ως ένα σημείο, για το περιεχόμενο της κάθε ταινίας. Έτσι έφευγα από τον κινηματογράφο, κάθε φορά, με την πίστη ανανεωμένη στην πρωταρχική δύναμη της εικόνας: την ομορφιά.


