Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Paper Moon: Songs by Manos Hadjidakis

Άραγε τι πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν του, διασκευάζοντας ένα τραγούδι για να παιχτεί ως οργανικό από κάποιον σολίστα; Το σιγασμένο στιχουργικό περιεχόμενο του τραγουδιού; Τον μουσικό κόσμο και τις καταβολές του συνθέτη; Τις ικανότητες της σολίστριας, εξαιρετικής εν προκειμένω, για την οποία γίνεται η διασκευή; Τους «εκφραστικούς περιορισμούς» του μουσικού οργάνου; ...

Οι συγκεκριμένες διασκευές είναι κατά κύριο λόγο του Ορέστη Καλαμπαλίκη, μαθητή του Roland Dyens, ενώ δύο από αυτές είναι του ίδιου του Roland Dyens. Το τελευταίο κομμάτι είναι σύνθεση του σπουδαίου Κουβανού Leo Brouwer, γραμμένο στη μνήμη του Χατζιδάκι (βασίζεται σε τραγούδι του) και αφιερωμένο στην κιθαρίστρια Έλενα Παπανδρέου.

Τα επιλεγμένα κομμάτια, πλην του τελευταίου, παρουσιάζονται, κατά τη γνώμη μου, απισχνασμένα, στερούμενα του χαρακτήρα τους. Τους αφαιρείται ο λεπτός «μεσογειακός» τους κοσμοπολιτισμός. Γίνονται αργόσυρτα κιθαριστικά δημιουργήματα, τα οποία απέχουν από την ιδιοφυή λυρική πυκνότητα των λεπτεπίλεπτων χατζιδακικών μελωδιών. 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Έλτον Τζον και Μπέρνι Τόπιν, όπως Τζωρτζ και Άιρα Γκέρσουιν

Είναι απολύτως δίκαιη η βράβευσή τους με το Bραβείο Γκέρσουιν της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου των Η.Π.Α. για το τραγούδι, στις 22 Μαρτίου 2024. Το πόπιουλαρ τραγούδι. Θα μπορούσε να το πει κανείς και λαϊκό. 

Η Αμερική υπήρξε και για τους δύο ο μυθικός τόπος καταγωγής των παιδικών και εφηβικών ονείρων τους, όπως έχουν δηλώσει πολλές φορές. Εξάλλου, στις Η.Π.Α. αποδέχτηκαν πρώτοι το τραγούδι τους, πριν τους ανακαλύψει η γενέτειρά τους, άρα είναι απολύτως ταιριαστό να τους βραβεύουν με το βραβείο αυτό ως συνθετικό-στιχουργικό δίδυμο, όπως είχαν, κατ' αναλογίαν, υπάρξει ο Τζωρτζ και ο Άιρα Γκέρσουιν στον καιρό τους.
Έλτον Τζον, Μπέρνι Τόπιν

Σπάνιο στη ροκ μουσική να υπάρχει τέτοια συνεργασία, με διακριτούς τους ρόλους του συνθέτη και του στιχουργού.

Το τραγούδι τους γεννήθηκε στην ύστερη ωριμότητα των σίξτις. Ψυχεδελική ποπ, προοδευτική σόουλ, γκόσπελ, αρχετυπικό ροκενρόλ, μπλούγκρας, κάντρι, όλα δίνουν κάτι από τον κόσμο τους στο ύφος της μουσικής που βγαίνει από τα πλήκτρα του πιάνου του Έλτον Τζον. Είναι η γόνιμη συνέχιση της βρετανικής εκδοχής της ροκ μπαλάντας. 

Ο Μπέρνι Τόπιν είχε ως πρότυπό του σπουδαίους Αμερικανούς καλλιτέχνες της κάντρι, όπως τον Τζόνι Χόρτον, τον Μάρτι Ρόμπινς και τον Τζόνι Κας. Τον εντυπωσίαζε το γεγονός ότι τραγουδούσαν την μυθική Αμερική χωρίς να εξευγενίζουν τις ιστορίες που αφηγούνταν ούτε τους πρωταγωνιστές τους. Θεωρεί, δε, ότι, υπ' αυτήν την έννοια, υπήρξαν οι πρόδρομοι του κινηματογράφου του Σαμ Πέκινπα. Εξάλλου, η επίδραση βορειοαμερικανών καλλιτεχνών, όπως ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Τζέρι Λι Λιούις, οι Μπαντ (The Band) και ο Λίον Ράσελ υπήρξε μόνιμη στο σπουδαίο μουσικό έργο του Έλτον Τζον.

Θα μπορούσε κανείς, αυθαίρετα, να διακρίνει τις μπαλάντες τους σε καθαρά αφηγηματικές (Ballad of a Well Known Gun, Country Comfort, The Greatest Discovery, Benny and the Jets, Daniel, Saturday Night's Alright For Fighting, Blues For My Baby and Me, The Ballad of Danny Bailey, Crocodile Rock, Rocket Man), εξομολογητικές-λυρικές (Your Song, Skyline Pigeon, Nikita, I Guess That's Why They Call It The Blues, Sorry Seems To Be The Hardest Word, Sad Songs, Goodbye Yellow Brick Road, Come Down In Time, Tiny Dancer, Sacrifice) και διαμαρτυρίας-αποκαλυπτικές (θρησκευτικού συναισθήματος) (Philadelphia Freedom, Don't Let The Sun Go Down On Me, Tower Of Babel, ο ντικενσιανός Levon, Border Song, Burn Down The Mission, Where To Now St. Peter?, Have Mercy On The Criminal).

Η δημιουργικότητά τους τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν απαράμιλη και τα αριστουργηματικά τραγούδια της περιόδου αυτής τους τοποθετούν σε ένα βάθρο που λίγοι μόνο κατάφεραν να πατήσουν.

Άξιοι!












































Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Η ενάτη του Σοστακόβιτς

But is it the right time for a great artist to go on vacation, to take a break from contemporary problems?

απόσπασμα κριτικής της 9ης, 

του I. Nestyef

Στη μουσική παραφιλολογία περί συμφωνιών υπάρχει κάτι που αγγίζει τα όρια της πρόληψης: ο αριθμός "9". Σε ό,τι αφορά στην αρίθμηση των συμφωνικών έργων, ο αριθμός αυτός είναι στοιχειωμένος από τον ίσκιο της Ενάτης του Μπετόβεν, της τελευταίας συμφωνίας που έγραψε ο μεγάλος μουσουργός πριν πεθάνει. Ο επίσημος, σοβαρός, νηφάλιος, ιερός τόνος της Ενάτης με το χορωδιακό φινάλε που υμνεί τη "Χαρά", ως παγανιστική θεότητα των Ωδείων, είναι σαν να απαιτεί από σύγχρονους και μεταγενέστερους, αποτίοντας φόρο τιμής, να θυσιάσουν στο βωμό της τις δικές τους ένατες. Ο Μάλερ προσπαθώντας να αποφύγει την αναμέτρηση, ιδιαίτερα προληπτικός ων, δεν αρίθμησε την ενάτη του, αλλά της έδωσε όνομα: "Το τραγούδι της Γης" κι αρίθμησε ενάτη τη δεκάτη του.

Το 1945, λοιπόν, οι ιθύνοντες του σοβιετικού οικοδομήματος, όπως έχει γραφτεί, περίμεναν μια μεγαλειώδη λειτουργία μετά μουσικής, προς το σοβιετικότερο. Ο Κόκκινος Στρατός είχε καταλάβει το Βερολίνο, οι Σύμμαχοι είχαν θριαμβεύσει στο μέτωπο του πολέμου, τα εγκλήματα των Ναζί έρχονταν στο φως, αυτά που γίνονταν στο όνομα της απελευθέρωσης συσκοτίζονταν κι ο κόσμος έμελλε να χωριστεί από τους νικητές σε ζώνες επιρροής. Η σοβιετική αυτοκρατορία ήθελε τον δικό της θρίαμβο.

Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, την εποχή εκείνη, έχαιρε της εμπιστοσύνης του κογκλάβιου που διοικούσε την αχανή χώρα. Η 7η Συμφωνία του, η επονομαζόμενη του Λένινγκραντ, είχε τρομερή απήχηση στον "ελεύθερο κόσμο" των Συμμάχων, όπου είχε παιχτεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, επομένως ήταν ο πλέον προβεβλημένος και άρα ο πιο κατάλληλος να αναλάβει να φέρει σε πέρας το μεγάλο έργο: να συνθέσει μια χορταστική, βαρύγδουπη ενάτη (οι συμφωνίες που είχε ήδη συνθέσει ήταν οκτώ) με την οποία θα γιορταζόταν το ανίκητο καθεστώς και ο ηγέτης του.


Σοστακόβιτς: στοχαστικός, ήρεμος, διοπτροφόρος













Έκανε, όμως, κάτι εντελώς αναπάντεχο. Αντί για δοξολογία στον μεγάλο ηγέτη και στο νικηφόρο Κόκκινο Στρατό, συνέθεσε μια κωμωδία, ένα διανοουμενίστικο παιχνίδι με την ιδέα της πομπώδους ενάτης, μια διασκεδαστική, υψηλού επιπέδου, μουσική φάρσα. Αμέλησε το χρέος του συνειδητοποιημένου κομμουνιστή προς την σοβιετική κοινωνία, αντιπαρήλθε τις άθλιες σκοπιμότητες που γύρω του μπαλώνονταν σαν ρετάλια που άφησε πίσω του ο πόλεμος, απείχε από τη ζέουσα, δηλητηριώδη πραγματικότητα του καιρού του και ύμνησε την ευρωπαϊκή λόγια μουσική παράδοση συνομιλώντας μαζί της με χιούμορ, γνώση και ταλέντο.

Ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, προλογίζοντας, κάποτε, μια τηλεοπτική μετάδοση της ενάτης του Σοστακόβιτς, είπε μεταξύ άλλων: "Τι πρόκληση για έναν συνθέτη που λάτρευε τον Μπρούκνερ, τον Μάλερ, τον Σούμπερτ και τον Μπετόβεν" να γράψει την δική του ενάτη. Μετά τη νίκη στον πόλεμο, "η στιγμή φαινόταν να είναι κατάλληλη για τη σύνθεση μιας υπερ-ενάτης, μιας ενάτης των ένατων, ενός υπερμεγέθους μουσικού αντιστοίχου του Πόλεμος και Ειρήνη". Αντί γι' αυτό, όμως, ο Σοστακόβιτς συνέθεσε "την πλέον απροσδόκητη και απρόβλεπτη ενάτη που έχει υπάρξει. Μικρή σε διάρκεια, διασκεδαστική..., η οποία χαρούμενα διακηρύσσει: Ζήτω! ο πόλεμος τέλειωσε... κι έτσι, κουνώντας τον αντίχειρα στη μύτη, κορόιδεψε τη μεγάλη παράδοση των ένατων". 

Προετοιμάζοντας, πιο κάτω, το κοινό του, συμπλήρωσε: "Η συμφωνία που θα σας παίξουμε απόψε είναι, πραγματικά, μια αντι-ενάτη με πρωταγωνιστή τον κωμικό, σαρκαστή, αντιήρωα Ντμίτρι Σοστακόβιτς". Πριν προχωρήσει στη μουσική ανάλυση των μερών της συμφωνίας, την σύγκρινε με αντιήρωες από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, όπως αυτούς στο Look Back In Anger του Osborne, στο Quiet American του Graham Greene, τους αντιήρωες στις κινηματογραφικές ταινίες του Γούντι Άλεν και αυτόν, ακόμη, τον Μίκυ Μάους.

Στην ανάλυση των μερών της 9ης, ο Μπέρνσταϊν επισημαίνει:

1ο μέρος: Μορφή σονάτας που παραπέμπει στον κλασικισμό του Χάυντν με στοιχείο έκπληξης, μεταξύ άλλων, το αστείο τρομπόνι, που εσκεμμένα κάνει λάθος είσοδο έξι φορές για να τα "καταφέρει", τελικά, την έβδομη.

2ο μέρος: Σοβαρό σαν το Βαλς Τριστ του Σιμπέλιους, με νοσταλγικές γλυκόπικρες ιδέες που θυμίζουν Τσαϊκόφσκι.

3ο-4ο-5ο μέρη (παίζονται χωρίς διακοπή): Εγκυκλοπαίδεια του χιούμορ. Το χιούμορ επιστρέφει στο 3ο μέρος. Το 4ο ξεκινάει με ένα πομπώδες, σοβαρό "ανακοινωθέν" από τα τρομπόνια και την τούμπα, συγκλονιστικό, ψυχρά μεγαλοπρεπές κι απολύτως ανάρμοστο με ό,τι έχει προηγηθεί. Το σόλο φαγκότο, παίζοντας κάποια μέτρα από την αρχή του 4ου μέρους της Ενάτης του Μπετόβεν και αυτής του Μάλερ, είναι σαν να ρωτάει: θέλετε μεγαλοπρέπεια; Την απάντηση την δίνει στην εισαγωγή στο 5ο μέρος, στο οποίο η ορχήστρα σχεδόν αγγίζει το ρυθμό ενός καν καν του Όφενμπαχ.

Έχει γραφτεί, άλλωστε, ότι ο Σοστακόβιτς δήλωνε πως απολαμβάνει όλη τη μουσική από τον Μπαχ ως τον Όφενμπαχ.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ο Μανώλης Μητσιάς και η λαϊκότητα των σέβεντις


Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ακούγαμε συνεχώς στο σπίτι μια κασέτα με τις επιτυχίες του Μανώλη Μητσιά, σε ένα οριζόντιο κασετόφωνο με κάλυμμα δερματίνης, δώρο συγγενών μεταναστών στη Δυτική Γερμανία.

Τα τραγούδια της κασέτας προέρχονταν κυρίως από δύο δίσκους, του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με βασικό ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά: "Η πόλη μας", σε στίχους της Κωστούλας Μητροπούλου, του Μάνου Ελευθερίου και του ίδιου του Κηλαηδόνη, και "Κόκκινη κλωστή", σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Υπήρχαν, επίσης, κάποια τραγούδια από "Της γης το χρυσάφι" των Χατζιδάκι και Γκάτσου.

Τραγούδια γεμάτα λυρισμό και όμορφες εικόνες, τραγουδισμένα από μια φωνή, η οικειότητα του ηχοχρώματος της οποίας έκανε το άκουσμα εύληπτο και γοητευτικό. Το νέο λαϊκό τραγούδι έβρισκε μια από τις δυναμικές παρουσίες του και μια μετα-σίξτις έκφραση πληρότητας.

Η φωνή του Μητσιά είχε αφετηρία την εφηβική λαϊκότητα του Μπιθικώτση, συνδυάζοντάς την με ένα τοπικό βορειοελλαδίτικο ύφος και χρώμα. Ταυτόχρονα, ήταν φορέας μιας νέας αντίληψης της "λαϊκότητας", φέρνοντας στο προσκήνιο ένα αίτημα συμφιλίωσης με ένα διεθνές ρεύμα ποπ κουλτούρας, στο οποίο συνυπήρχαν στοιχεία φολκ, παραδοσιακής μουσικής, πρωτοέθνικ, αλλά και ό,τι αποκαλείται ελαφρά μουσική.

Η επιτυχία του Μητσιά βασιζόταν, φυσικά, στους συνθέτες και στιχουργούς που του έγραφαν τραγούδια, στα οποία όλα αυτά τα στοιχεία παρέμεναν κρυμμένα στις φαινομενικά απλοϊκές ενορχηστρώσεις, και στο πλασάρισμα του ιδίου ως νέου λαϊκού ειδώλου στα εξώφυλλα δίσκων και περιοδικών. 

Εμείς, που μεγαλώσαμε εκείνη την περίοδο, ζήσαμε την υπόσχεση μιας ευημερίας που αναβαλλόταν συνεχώς και την ρητή απαίτηση αυτοσυγκράτησης και λιτότητας σε όλους τους τομείς, κολυμπήσαμε τα καλοκαίρια σε παραλίες που μόλις είχαν αρχίσει να γεμίζουν με μη ανακυκλώσιμα πλαστικά είδη για τα μπάνια του λαού  και βιώσαμε το αργόσυρτο ξεμούδιασμα μιας κοινωνίας που γινόταν, πιο γρήγορα από όσο μπορούσε να αντέξει, εξωστρεφής. 

Όλα αυτά τα εξέφραζε υπέροχα ο Μητσιάς με την νεανική λαϊκότητα της φωνής του επιστρέφοντας ως ύφος, νοσταλγικά και παλιομοδίτικα, στις μεγάλες φωνές του παρελθόντος, πλην όμως τραγουδώντας με τους στίχους των τραγουδιών του τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν πέριξ.

Το άλμπουμ με το φερμουάρ

Πώς του παν, καλέ, τα τζιν

Το 1971 κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ που έχει περάσει στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα που έβγαλε η ποπ-ροκ μουσική βιομηχανία, για τα υπέροχα τραγούδια που περιείχε. Επιπλέον έγινε πασίγνωστο  λόγω του προκλητικού, σοφιστικέ εξώφυλλού του. Φιλοτεχνήθηκε από τον Γουόρχολ και το ακραίο του ντιζάιν, μ' ένα αληθινό φερμουάρ προσαρμοσμένο στο καβάλο, κόντεψε να καταστρέψει τα βινύλια που περιείχε. 

Στη φωτογραφία του εξώφυλλου προβάλλεται το τζιν ως "εναλλακτικός" τρόπος ένδυσης, αλλά κι ως μέσο ερωτικού καλέσματος. Ο φακός εστιάζει στη λεκάνη και δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το νόημα της φωτογράφησης. Καλύπτει με ένα σκληρό ύφασμα ντένιμ όσα προκλητικά υπονοεί, εκφράζοντας την φιλοσοφία της εποχής του ερωτικού φιλελευθερισμού.

Την απόσταση που έπαιρνε το γκρουπ από το κοινό, το οποίο υποτίθεται εξέφραζε, την συνειδητοποιήσαμε αρκετά χρόνια αργότερα από την πρώτη μας επαφή με το μουσικό περιεχόμενο του άλμπουμ, όταν ήμασταν σε θέση να ξεχωρίσουμε την τέχνη της τραγουδοποιίας από τους φορείς της. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν ταυτίζεται με τον γράφοντα (ή τον άδοντα εν προκειμένω) και ότι όσα περιέχει ένα τραγούδι ως ποιητικό περιβάλλον δεν είναι ούτε υποδειγματικά, ούτε παραδειγματικά για τον ακροατή. 

Το εξώφυλλο του άλμπουμ αυτού, λοιπόν, έγινε σύμβολο στιλ, αντισυμβατικότητας, ερωτισμού, νεανικής κουλτούρας, ποπ τέχνης, αλλά και ενός τρόπου ζωής, όχι απαραίτητα προτεινόμενου, που θέλει να ισορροπεί μεταξύ άκρων. 

Το άλμπουμ, από μουσικής απόψεως, είναι ένα προϊόν μυθικής αύρας, με παρακμιακή θεματολογία μεν, γραμμένο δε, με ενθουσιασμό, γνώση, ζωντάνια και υγιές ένστικτο. Υπέροχη, εμπνευσμένη μουσική μοναδικής έντασης και γούστου. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα έργο που ξεπερνάει τις οποιεσδήποτε προθέσεις και την εποχή του, επειδή την περιέχει χωρίς να είναι αυτοαναφορικό.