Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ακούγαμε συνεχώς στο σπίτι μια κασέτα με τις επιτυχίες του Μανώλη Μητσιά, σε ένα οριζόντιο κασετόφωνο με κάλυμμα δερματίνης, δώρο συγγενών μεταναστών στη Δυτική Γερμανία.
Τα τραγούδια της κασέτας προέρχονταν κυρίως από δύο δίσκους, του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με βασικό ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά: "Η πόλη μας", σε στίχους της Κωστούλας Μητροπούλου, του Μάνου Ελευθερίου και του ίδιου του Κηλαηδόνη, και "Κόκκινη κλωστή", σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Υπήρχαν, επίσης, κάποια τραγούδια από "Της γης το χρυσάφι" των Χατζιδάκι και Γκάτσου.
Τραγούδια γεμάτα λυρισμό και όμορφες εικόνες, τραγουδισμένα από μια φωνή, η οικειότητα του ηχοχρώματος της οποίας έκανε το άκουσμα εύληπτο και γοητευτικό. Το νέο λαϊκό τραγούδι έβρισκε μια από τις δυναμικές παρουσίες του και μια μετα-σίξτις έκφραση πληρότητας.
Η φωνή του Μητσιά είχε αφετηρία την εφηβική λαϊκότητα του Μπιθικώτση, συνδυάζοντάς την με ένα τοπικό βορειοελλαδίτικο ύφος και χρώμα. Ταυτόχρονα, ήταν φορέας μιας νέας αντίληψης της "λαϊκότητας", φέρνοντας στο προσκήνιο ένα αίτημα συμφιλίωσης με ένα διεθνές ρεύμα ποπ κουλτούρας, στο οποίο συνυπήρχαν στοιχεία φολκ, παραδοσιακής μουσικής, πρωτοέθνικ, αλλά και ό,τι αποκαλείται ελαφρά μουσική.
Η επιτυχία του Μητσιά βασιζόταν, φυσικά, στους συνθέτες και στιχουργούς που του έγραφαν τραγούδια, στα οποία όλα αυτά τα στοιχεία παρέμεναν κρυμμένα στις φαινομενικά απλοϊκές ενορχηστρώσεις, και στο πλασάρισμα του ιδίου ως νέου λαϊκού ειδώλου στα εξώφυλλα δίσκων και περιοδικών.
Εμείς, που μεγαλώσαμε εκείνη την περίοδο, ζήσαμε την υπόσχεση μιας ευημερίας που αναβαλλόταν συνεχώς και την ρητή απαίτηση αυτοσυγκράτησης και λιτότητας σε όλους τους τομείς, κολυμπήσαμε τα καλοκαίρια σε παραλίες που μόλις είχαν αρχίσει να γεμίζουν με μη ανακυκλώσιμα πλαστικά είδη για τα μπάνια του λαού και βιώσαμε το αργόσυρτο ξεμούδιασμα μιας κοινωνίας που γινόταν, πιο γρήγορα από όσο μπορούσε να αντέξει, εξωστρεφής.
Όλα αυτά τα εξέφραζε υπέροχα ο Μητσιάς με την νεανική λαϊκότητα της φωνής του επιστρέφοντας ως ύφος, νοσταλγικά και παλιομοδίτικα, στις μεγάλες φωνές του παρελθόντος, πλην όμως τραγουδώντας με τους στίχους των τραγουδιών του τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν πέριξ.

