Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ο Μανώλης Μητσιάς και η λαϊκότητα των σέβεντις


Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ακούγαμε συνεχώς στο σπίτι μια κασέτα με τις επιτυχίες του Μανώλη Μητσιά, σε ένα οριζόντιο κασετόφωνο με κάλυμμα δερματίνης, δώρο συγγενών μεταναστών στη Δυτική Γερμανία.

Τα τραγούδια της κασέτας προέρχονταν κυρίως από δύο δίσκους, του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με βασικό ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά: "Η πόλη μας", σε στίχους της Κωστούλας Μητροπούλου, του Μάνου Ελευθερίου και του ίδιου του Κηλαηδόνη, και "Κόκκινη κλωστή", σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Υπήρχαν, επίσης, κάποια τραγούδια από "Της γης το χρυσάφι" των Χατζιδάκι και Γκάτσου.

Τραγούδια γεμάτα λυρισμό και όμορφες εικόνες, τραγουδισμένα από μια φωνή, η οικειότητα του ηχοχρώματος της οποίας έκανε το άκουσμα εύληπτο και γοητευτικό. Το νέο λαϊκό τραγούδι έβρισκε μια από τις δυναμικές παρουσίες του και μια μετα-σίξτις έκφραση πληρότητας.

Η φωνή του Μητσιά είχε αφετηρία την εφηβική λαϊκότητα του Μπιθικώτση, συνδυάζοντάς την με ένα τοπικό βορειοελλαδίτικο ύφος και χρώμα. Ταυτόχρονα, ήταν φορέας μιας νέας αντίληψης της "λαϊκότητας", φέρνοντας στο προσκήνιο ένα αίτημα συμφιλίωσης με ένα διεθνές ρεύμα ποπ κουλτούρας, στο οποίο συνυπήρχαν στοιχεία φολκ, παραδοσιακής μουσικής, πρωτοέθνικ, αλλά και ό,τι αποκαλείται ελαφρά μουσική.

Η επιτυχία του Μητσιά βασιζόταν, φυσικά, στους συνθέτες και στιχουργούς που του έγραφαν τραγούδια, στα οποία όλα αυτά τα στοιχεία παρέμεναν κρυμμένα στις φαινομενικά απλοϊκές ενορχηστρώσεις, και στο πλασάρισμα του ιδίου ως νέου λαϊκού ειδώλου στα εξώφυλλα δίσκων και περιοδικών. 

Εμείς, που μεγαλώσαμε εκείνη την περίοδο, ζήσαμε την υπόσχεση μιας ευημερίας που αναβαλλόταν συνεχώς και την ρητή απαίτηση αυτοσυγκράτησης και λιτότητας σε όλους τους τομείς, κολυμπήσαμε τα καλοκαίρια σε παραλίες που μόλις είχαν αρχίσει να γεμίζουν με μη ανακυκλώσιμα πλαστικά είδη για τα μπάνια του λαού  και βιώσαμε το αργόσυρτο ξεμούδιασμα μιας κοινωνίας που γινόταν, πιο γρήγορα από όσο μπορούσε να αντέξει, εξωστρεφής. 

Όλα αυτά τα εξέφραζε υπέροχα ο Μητσιάς με την νεανική λαϊκότητα της φωνής του επιστρέφοντας ως ύφος, νοσταλγικά και παλιομοδίτικα, στις μεγάλες φωνές του παρελθόντος, πλην όμως τραγουδώντας με τους στίχους των τραγουδιών του τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν πέριξ.

Το άλμπουμ με το φερμουάρ

Πώς του παν, καλέ, τα τζιν

Το 1971 κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ που έχει περάσει στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα που έβγαλε η ποπ-ροκ μουσική βιομηχανία, για τα υπέροχα τραγούδια που περιείχε. Επιπλέον έγινε πασίγνωστο  λόγω του προκλητικού, σοφιστικέ εξώφυλλού του. Φιλοτεχνήθηκε από τον Γουόρχολ και το ακραίο του ντιζάιν, μ' ένα αληθινό φερμουάρ προσαρμοσμένο στο καβάλο, κόντεψε να καταστρέψει τα βινύλια που περιείχε. 

Στη φωτογραφία του εξώφυλλου προβάλλεται το τζιν ως "εναλλακτικός" τρόπος ένδυσης, αλλά κι ως μέσο ερωτικού καλέσματος. Ο φακός εστιάζει στη λεκάνη και δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το νόημα της φωτογράφησης. Καλύπτει με ένα σκληρό ύφασμα ντένιμ όσα προκλητικά υπονοεί, εκφράζοντας την φιλοσοφία της εποχής του ερωτικού φιλελευθερισμού.

Την απόσταση που έπαιρνε το γκρουπ από το κοινό, το οποίο υποτίθεται εξέφραζε, την συνειδητοποιήσαμε αρκετά χρόνια αργότερα από την πρώτη μας επαφή με το μουσικό περιεχόμενο του άλμπουμ, όταν ήμασταν σε θέση να ξεχωρίσουμε την τέχνη της τραγουδοποιίας από τους φορείς της. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν ταυτίζεται με τον γράφοντα (ή τον άδοντα εν προκειμένω) και ότι όσα περιέχει ένα τραγούδι ως ποιητικό περιβάλλον δεν είναι ούτε υποδειγματικά, ούτε παραδειγματικά για τον ακροατή. 

Το εξώφυλλο του άλμπουμ αυτού, λοιπόν, έγινε σύμβολο στιλ, αντισυμβατικότητας, ερωτισμού, νεανικής κουλτούρας, ποπ τέχνης, αλλά και ενός τρόπου ζωής, όχι απαραίτητα προτεινόμενου, που θέλει να ισορροπεί μεταξύ άκρων. 

Το άλμπουμ, από μουσικής απόψεως, είναι ένα προϊόν μυθικής αύρας, με παρακμιακή θεματολογία μεν, γραμμένο δε, με ενθουσιασμό, γνώση, ζωντάνια και υγιές ένστικτο. Υπέροχη, εμπνευσμένη μουσική μοναδικής έντασης και γούστου. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα έργο που ξεπερνάει τις οποιεσδήποτε προθέσεις και την εποχή του, επειδή την περιέχει χωρίς να είναι αυτοαναφορικό.